Δευτέρα, 28 Ιουλίου 2014

Το σώμα μένει στην Ελλάδα, η καρδιά στη ματωμένη Γάζα

ΤΕΣΣΕΡΙΣ ΦΟΙΤΗΤΕΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΟΛΥΠΑΘΗ ΠΑΛΑΙΣΤΙΝΗ, ΠΟΥ ΣΠΟΥΔΑΖΟΥΝ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ, ΠΕΡΙΓΡΑΦΟΥΝ ΣΤΗΝ «Ε» ΤΟΝ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΟ ΤΡΟΜΟ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΓΩΝΙΑ ΤΟΥΣ


Της Αλεξάνδρας Τζαβέλλα

«Το σώμα είναι στην Ελλάδα, η ψυχή είναι στη Γάζα», λένε. Κλεισμένοι στα φοιτητικά τους διαμερίσματα, στην Κρήτη, στη Λάρισα και στην Αθήνα, με το skype ανοιχτό και τα δορυφορικά κανάλια μόνιμα συντονισμένα στις ειδήσεις, παρακολουθούν τις εξελίξεις στην πατρίδα τους. Οταν η επικοινωνία δεν είναι εφικτή με την οικογένεια, ψάχνουν με αγωνία τις λίστες με τους νεκρούς στο Internet. Κλείνουν τα μάτια, και οι μνήμες από τους βομβαρδισμούς του 2009 επιστρέφουν. «Να μη χαθούν άλλες ζωές» εύχονται τέσσερις φοιτητές από τη Γάζα, που μιλούν στην «Ε».
Αυτά που είδα εγώ μικρός τα βλέπουν τώρα τα αδέλφια μου
Χουσάν Ναΐμ, 23 ετών
Είδα μια φορά ένα παιδί που ήταν τρυπημένο σαν πιρούνι. Τι βόμβες είναι αυτές;», λέει ο 23χρονος Χουσάν Ναϊμ, φοιτητής Ιατρικής στη Λάρισα
«Εχω δει πτώματα, έχω δει παιδιά κομμένα κομματάκια. Είδα μια φορά ένα που ήταν τρυπημένο σαν πιρούνι. Τι βόμβες είναι αυτές; Τα σώματα μοιάζουν με δίχτυα. Μια ζωή μεγαλώνουμε στο ίδιο περιβάλλον. Αυτά που είδα εγώ μικρός, τα βλέπουν τώρα τα αδέρφια μου», λέει ο 23χρονος Χουσάν Ναΐμ, φοιτητής Ιατρικής στη Λάρισα. «Ηθελα πολύ να έρθω στην Ελλάδα» λέει ο ίδιος. «Ηθελα να ξεκινήσω τη ζωή μου εδώ. Στη Γάζα δεν υπάρχουν δημόσιες σχολές. Η οικογένειά μου δεν μπορούσε να πληρώσει για να πάω στην Ιατρική. Εκεί πληρώνεις με την ώρα». Ο πατέρας του σπούδασε εδώ Φαρμακευτική, ο θείος του είναι παντρεμένος με Ελληνίδα, ο Χουσάν έβγαλε εισιτήριο για την Ελλάδα στα τέλη του 2009 κουβαλώντας ένα βαρύ τραύμα. «Εγώ έχασα τον Χασάν. Ηταν ο κολλητός μου. Τον χτύπησαν κοντά στο σπίτι του. Ημασταν παρέα, πηγαίναμε στο κάμπινγκ Ελ Σάτα, για να παίξουμε μπάλα. Αυτός πήγε προς το σπίτι του. Κι εκείνη την ώρα χτύπησαν ένα άλλο σπίτι στη γωνία».

«Αν μπορούσα τώρα θα πήγαινα πίσω, για να είμαι μαζί με τους γονείς» λέει. «Κάθε τρεις μέρες μιλάμε στο κινητό. Δεν έχει συχνά σήμα. Κόβεται το ρεύμα συνέχεια. Τα τέσσερα αδέρφια μου είναι εκεί. Ανησυχώ» συνεχίζει. «Ξέρω πώς είναι να σε βομβαρδίζουν. Η σχολή μου ήταν δίπλα από το κτήριο της Αστυνομίας. Είχαν ρίξει εκεί ρουκέτα, όταν κάναμε μάθημα. Μόλις που προλάβαμε να βγούμε» λέει και περιγράφει τι έζησε στη Γάζα, πριν έρθει στην Ελλάδα: «Επειδή ο πατέρας μου βοηθάει στο νοσοκομείο, στους βομβαρδισμούς του 2009 πήγαινα κι εγώ μαζί του. Ανοίγω το ασθενοφόρο και πέφτει από μέσα κάτι. Μου φωνάζει ένας φέρ' το εδώ. Μέσα στην τρέλα δεν κοίταξα τι είναι: βλέπω στο φως ένα κομμένο κεφάλι. Οταν θυμάμαι αυτή τη στιγμή, παγώνω. Τρεις μέρες έκανα να φάω. "Δεν πειράζει" έλεγε ο πατέρας μου. "Αφού θα γίνεις γιατρός, θα μάθεις"».
Τα μικρά παιδιά είναι οι μεγάλοι στόχοι στο μακελειό που βρίσκεται εν εξελίξη στη Γάζα
Μου διηγείται πως παρά τις αντίξοες συνθήκες πάλεψε να περάσει στην Ιατρική. Θέλει, όπως λέει, «να γυρίσω πίσω και να βοηθήσω. Ποτέ δεν σταματάς να παλεύεις. Τα αίματα αυτά δεν πάνε χαμένα. Ο λόγος που σκοτώνουν αμάχους, είναι για να μας φοβήσουν. Θέλουν να μας σκοτώσουν; Ας μας σκοτώσουν. Ο Θεός δεν ξεχνάει. Είναι η μέρα μας να υποφέρουμε, αύριο θα είναι η δική τους».
Οταν ξυπνάω και δεν βρίσκω κλήση, νιώθω τυχερός
Μοχάμεντ Μπαλούσα, 23 ετών
«Στην Παλαιστίνη υπάρχουν πολλοί χριστιανοί που υποφέρουν τώρα όσο οι μουσουλμάνοι», λέει ο 23χρονος Μοχάμεντ Μπαλούσα, φοιτητής Ιατρικής στην Κρήτη
«Το σώμα βρίσκεται στην Κρήτη. Η ψυχή στη Γάζα», λέει από την άλλη άκρη της τηλεφωνικής γραμμής ο Μοχάμεντ Μπαλούσα. Ιχνη προφοράς στην ομιλία του φανερώνουν ότι η μητρική του γλώσσα είναι τα αραβικά. Την καταγωγή του προδίδει η φωνή του που «σπάει»: «Εχω πει στη μητέρα μου, αν γίνει κάτι ενώ κοιμάμαι να στείλει στο Ιντερνετ. Οταν ξυπνάω και δεν βρίσκω κλήση ή μήνυμα, νιώθω τυχερός. Πάλι καλά, λέω, είναι όλοι ζωντανοί. Δεκαοχτώ ώρες την ημέρα είμαι online. Κοιμάμαι το ξημέρωμα». Γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Γάζα και ήρθε στην Αθήνα πριν από τέσσερα χρόνια για να σπουδάσει Ιατρική στην Κρήτη.
«Ηθελα μια ήρεμη ζωή. Γι' αυτό δεν ασχολήθηκα με την πολιτική» λέει. «Στη Γάζα έχουμε 2 ιατρικές σχολές, αλλά όταν έγιναν εξετάσεις για να μπω στο Πανεπιστήμιο, επικρατούσε η ίδια κατάσταση, η ίδια φασαρία. Τότε ήταν ακόμα χειρότερα. Μέσα σε 3 εβδομάδες είχαν σκοτωθεί 2.000 άτομα. Αποφάσισα ότι δεν γινόταν στην ηλικία μου να υποφέρω έτσι. Επρεπε να φύγω στο εξωτερικό. Είχα ένα θείο εδώ, Παλαιστίνιο γιατρό στη Θεσσαλονίκη, και εκείνος με παρότρυνε να έρθω».
Δεν ήταν η πρώτη φορά που έφευγε σε ξένη χώρα. «Οταν ήμουν 16, έμεινα ένα χρόνο στην Αμερική, σε κολέγιο στην Καλιφόρνια. Εκεί μου λέγανε "Από πού είσαι;", "Παλεστάιν" τους έλεγα και νόμιζαν Πακιστάν. "Ο πατέρας σου πάει στη δουλειά με καμήλα;" με ρωτούσαν. Εδώ, μόλις λες Παλαιστίνη, οι Ελληνες σου χαμογελάνε. Ξέρουν τι σημαίνει Κατοχή. Ακόμα και να μην την έζησαν, τους τα είπαν οι γιαγιάδες και οι παππούδες τους. Γι' αυτό κατανοούν αυτό που μας συμβαίνει».
Μέσα στη νύχτα, μηνύματα στο κινητό του. «Ο μικρός μου αδερφός. Είναι 8 ετών. Του έλειψα, έτσι είπε στη μητέρα μου και τώρα μου στέλνει emoticons αεροπλανάκια στο viber. "Θέλω να έρθεις" λέει. Κάθεται σε μια γωνία, είναι ωχρός και φοβάται, έχει τραυματικό σοκ. Κάθεται και συνεχώς ρωτάει: "Θα μας χτυπήσουν εμάς; Τι θα γίνει; Θα πεθάνω;"».
«Πήγαν στα πανεπιστήμια, τελείωσαν τις σπουδές και τώρα κινδυνεύουν» λέει όταν τον ρωτάω για τους φίλους του. Επικοινωνεί μαζί τους μέσω skype, «έχουν ρεύμα τέσσερις ώρες τη μέρα» ισχυρίζεται ο Μοχάμεντ. "Ο καλύτερος φίλος μου θα έπρεπε αυτές τις μέρες να ορκίζεται για το πτυχίο του. Του μιλάω, λέω "πώς πας;". Μου λέει "ήξερα ότι δεν θα έχω δουλειά, τώρα έμαθα ότι δεν θα έχω ούτε πτυχίο". Πέντε χρόνια σπούδαζε. Πλήρωναν οι γονείς του το Πανεπιστήμιο. Τώρα κρύβεται σε μια γωνιά του σπιτιού. Ετσι κρύβονται και οι δικοί μου. Σε μια γωνιά, πίσω, όχι μπροστά στο δρόμο. Το σπίτι μας έπαθε ζημιά επειδή βομβάρδισαν τους δίπλα, αν και η γειτονιά του Νάσερ, που μένω, θεωρείται ασφαλές μέρος. Οταν γίνονται φασαρίες, όπως τώρα, υποφέρει όλη η Λωρίδα».
Η μητέρα του είναι δασκάλα και τον τελευταίο χρόνο τελειώνει το μεταπτυχιακό της και ο πατέρας του εργάζεται σε ασφαλιστική εταιρεία.
Φλας μπακ, επτά καλοκαίρια πίσω. Είναι μόλις 17 ετών και επιστρέφει στην Παλαιστίνη από την Αμερική. «Περίμενα 39 μέρες στα σύνορα. Μαζί με εγκύους, μαζί με ηλικιωμένους και παιδάκια. Επειτα από μεγάλη ταλαιπωρία, πέρασα. Και όλα έγιναν χειρότερα. Ημασταν ζωντανοί-νεκροί. Σου έδιναν λίγο ρεύμα, ίσα ίσα για να ζεις, και έκοβαν όποτε ήθελαν το νερό. Δεν σε σκοτώνουν, σε αφήνουν να ζεις για να υποφέρεις. Το 2012 ο πρώτος ξάδερφος της μαμάς μου καθόταν στο σπίτι του με δύο παιδιά 8 μηνών. Είχαν πληροφορίες ότι ανήκει το σπίτι στη Χαμάς. Καμία σχέση. Δεν ζει κανείς τους».
«Οι θρησκείες δεν παίζουν ρόλο» συνεχίζει. «Στην Παλαιστίνη υπάρχουν πολλοί χριστιανοί που υποφέρουν τώρα όσο οι μουσουλμάνοι. Εχω πολλούς φίλους χριστιανούς στη Γάζα. Εμείς δεν έχουμε πρόβλημα με τους Εβραίους, αλλά με τους σιωνιστές».
Ρωτάω μόνο «πώς είσαι;», όχι τι θα γίνει
Μοχάμεντ Ιμπραήμ Αλμποΐσα, 28 ετών
Ο Μοχάμεντ Ιμπραήμ είναι τελειόφοιτος στην Ιατρική Αθηνών. Ζει στου Ζωγράφου με τη μητέρα και τον αδερφό του. Οι συγγενείς του είναι στη Γάζα
«Εχεις χάσει πολλούς δικούς σου;» τον ρωτάω. «Εχω κερδίσει. Δεν έχω χάσει. Ανάλογα από ποια πλευρά το βλέπει κανείς» απαντάει. Πίσω από τη φωνή του ακούγονται ειδήσεις στα αραβικά -η τηλεόραση στο μικρό διαμέρισμα, στου Ζωγράφου, τις τελευταίες ημέρες δεν κλείνει ποτέ. Μένει εκεί με τη μητέρα του και με τον αδερφό του Αχμέτ, προσεχώς φοιτητή στο ΤΕΙ Αθηνών, στο τμήμα Μηχανικών Βιοϊατρικής Τεχνολογίας. Ο Μοχάμεντ Ιμπραήμ είναι 28 ετών, ζει 10 χρόνια στην Ελλάδα και του υπολείπονται τέσσερα μαθήματα για το πτυχίο Ιατρικής. «Ηρθα εδώ με υποτροφία για να σπουδάσω Ιατρική. Και στη Γάζα υπάρχει σχολή Ιατρικής, οι δυνατότητες όμως από θέμα εξοπλισμού στα νοσοκομεία είναι ελάχιστες. Εχω συγγενείς εδώ, ξαδέρφια με ελληνική υπηκοότητα». Στο πατρικό του στη Γάζα ζει ο πατέρας του, αστυνομικός το επάγγελμα, ο οποίος, σύμφωνα με τον Μοχάμεντ, «όταν πήρε η Χαμάς την εξουσία τον έστειλε σπίτι». «Είναι πρόσφυγες δευτέρου βαθμού. Ετσι τους αποκαλώ, όσους αναγκάστηκαν να αφήσουν τα σπίτια τους στα σύνορα για να πάνε σε άλλη περιοχή της Γάζας. Τους έριξαν φυλλάδια οι Ισραηλινοί, που έλεγαν εγκαταλείψτε τα σπίτια σας, και έτσι έφυγαν. Εχουμε πάνω από 180.000 εσωτερικούς πρόσφυγες».
«Το μόνο που ρωτάω τον πατέρα μου στο τηλέφωνο είναι "πώς είσαι". Δεν ρωτάω τι θα γίνει, ποιες είναι οι προβλέψεις του. Χάσαμε έναν ξάδερφο πριν από λίγες ημέρες. Ηταν χαράματα, ρίξανε ρουκέτα στο σπίτι. Βομβαρδισμοί γίνονται σε όλες τις περιοχές. Μέχρι σήμερα μετράμε πάνω από 750 μάρτυρες και πάνω από 4.000 τραυματίες», ισχυρίζεται ο Μοχάμεντ. Εύχεται, «αν γίνει ανακωχή, να μη γυρίσουμε στο μηδέν. Οι πολιτικοί να μην κάνουν υποχωρήσεις και να μη χάσουμε άλλους ανθρώπους. Ελπίζω να λήξει ο πόλεμος, μία και καλή».
Στόχος του Ισραήλ είναι τα παιδιά, για να μην έχουμε αύριο
Μοχάμαντ Αμπνταλχάντι, 27 ετών
«Γίναμε πρόσφυγες στην ίδια μας τη χώρα. Τραβάει το θέμα 50 χρόνια. Κι αυτό που ζητάμε είναι ένα λιμάνι, ανοιχτά σύνορα», λέει ο Μοχάμαντ Αμπνταλχάντι, μεταπτυχιακός φοιτητής στην Αθήνα
«Οταν σκάει μια ρουκέτα, όλοι είναι στόχος. Στόχος είναι τα μικρά παιδιά. Το Ισραήλ θέλει να καθαρίσει τη χώρα από το μέλλον της. Να μην έχουμε αύριο, να μην έχουμε τίποτα. Η Χαμάς είναι δικαιολογία. Ο αδερφός μου ήταν Φατάχ και τον σκότωσαν».
Ο Μοχάμαντ Αμπνταλχάντι είναι 27 ετών, ήρθε στην Ελλάδα πριν από 5,5 χρόνια και σπούδασε Διοίκηση Επιχειρήσεων. Αυτή την περίοδο ολοκληρώνει το μεταπτυχιακό του στο International Marketing και εργάζεται σε πολυεθνική εταιρεία τηλεπικοινωνιών. «Με υποστηρίζουν πολύ στη δουλειά. Κάθομαι μπροστά στον υπολογιστή, αλλά δεν έχω μυαλό». Η σκέψη του είναι στην Πετχανούλ. Σε ένα μικρό χωριό κοντά στα σύνορα, στη νότια πλευρά της Γάζας, όπου βρίσκεται το σπίτι του, οι γονείς του και 8 από τα 9 αδέρφια του. «Εχω έναν αδερφό μάρτυρα. Εμείς δεν τους λέμε νεκρούς». Πληροφορήθηκε το θάνατό του από φίλους του που δουλεύουν στο τοπικό ραδιόφωνο. «Βομβάρδισαν κοντά στο σπίτι το 2009, όταν πήγαινε στη δουλειά του. Από τότε η μαμά μου κλαίει και για τις άλλες μαμάδες, γιατί τις νιώθει».
Ο Μοχάμαντ τα τελευταία 14 χρόνια έχει χάσει 11 φίλους και τρία ξαδέρφια. «Ημασταν μεγάλη παρέα. Οι περισσότεροι δολοφονήθηκαν. Κάθε χρονιά έχανα κι από έναν, μπορεί και δύο. Τώρα μου έχουν μείνει μόνο δύο φίλοι ζωντανοί» λέει ο ίδιος. Στο χωριό του, όπως λέει, «ακούς συχνά ελληνικά. Εχουμε παράδοση και βγάζουμε αποφοίτους από την Ιατρική, τη Φαρμακευτική και το Πολυτεχνείο. Εχουν γυρίσει πίσω 40 άτομα». Οταν γυρίζει κάποιος πίσω, μαζεύονται όλοι για να μιλήσουν μαζί του ελληνικά. «Εχουν μπει τα τανκς τώρα. Μίλησα με τους γονείς μου έπειτα από δυο μέρες. Εκοψαν τα τηλέφωνα και δεν είχαμε επικοινωνία. Εμπαινα στο Ιντερνετ, στις ειδήσεις που βγάζουν τη λίστα και πάτησα control +F για να βρω τα ονόματά τους. Δεν ήταν εκεί. Ζουν».
«Δεν φοβούνται οι γονείς μου πια» λέει ο Μοχάμαντ. «Τι να φοβηθείς όταν δεν έχεις τίποτα να χάσεις; Εφτά χρόνια δεν έχουν φάρμακα. Ούτε δουλειές ούτε νερό. Ούτε τα σπίτια που είναι γκρεμισμένα μπορούν να χτίσουν. Είναι ζωντανοί-νεκροί. Μη νομίζεις όμως ότι επειδή έχει πόλεμο θέλουν όλοι να φύγουν από εκεί. Ο προπάππος μου ήταν πρόσφυγας του 1948 και ο μπαμπάς έχει πει "δεν θα είμαστε πρόσφυγες δύο φορές μέσα στη χώρα μας". Κι εγώ θέλω τώρα να κατεβώ. Αν μπορούσα να περάσω τα σύνορα, θα είχα φύγει».
«Πιστεύεις ότι μπορεί να υπάρξει ειρήνη;» τον ρωτάω. «Οταν κάποιος χάνει τον πατέρα του -επειδή γύρισε από τη δουλειά και κοιμήθηκε και δεν κουνήθηκε γρήγορα, όταν έπεσε η ρουκέτα- νομίζεις αυτό το παιδί θα πιστέψει στην ειρήνη και στη δικαιοσύνη; Γίναμε πρόσφυγες στην ίδια μας τη χώρα. Τραβάει το θέμα 50 χρόνια».
ΠΗΓΗ : http://www.enet.gr