Σάββατο, 28 Ιανουαρίου 2017

Ο Φαραντί εναντίον της παράδοσης και της πατριαρχίας

Ο εμποράκος του Ιρανού σκηνοθέτη Ασγκάρ Φαραντί
Αναδημοσίευση από εδώ.
του Παναγιώτη Φραντζή

Βαθιά ταινία, αθόρυβα πολιτική.

Ο Ασγκάρ Φαραντί είναι ο πρώτος Ιρανός σκηνοθέτης που βραβεύτηκε με Όσκαρ για την ταινία του Ένας χωρισμός (2011). Εκφράζει την αγάπη του για το έργο του Αμπάς Κιαροστάμι. Δηλώνει ότι στη χώρα του η διανόηση διώκεται και ζητά την υπεράσπιση των ποιητών και των καλλιτεχνών.

Στην ταινία του Ο εμποράκος (2016) που παίζεται στους κινηματογράφους της Αθήνας αυτές τις μέρες, βλέπουμε τον κόσμο με τα μάτια ενός ζευγαριού εργαζόμενων καλλιτεχνών. Ο Εμάντ είναι καθηγητής σε Λύκειο και παράλληλα εργάζεται στο θέατρο όπως και η γυναίκα του Ράνα.

Η ταινία ξεκινά με το νεαρό ζευγάρι να αναγκάζεται να εγκαταλείψει το σπίτι του. Όλη η πολυκατοικία εκκενώνεται καθώς κινδυνεύει να γκρεμιστεί εξαιτίας εργασιών ανοικοδόμησης στην περιοχή. Τελικά το ζευγάρι μετακομίζει σε ένα σπίτι στο οποίο έμενε μια νεαρή γυναίκα που επιδιώκει να μπει στην πορνεία. Για κάποιο λόγο, έχει αφήσει τα πράγματά της σε ένα δωμάτιο του σπιτιού και δεν έρχεται να τα πάρει.

Αυτή η γυναίκα δεν εμφανίζεται ποτέ – είναι όμως το πρόσωπο το οποίο κινεί την πλοκή. Ένας πελάτης της μπαίνει στο σπίτι την ώρα που η Ράνα είναι στο μπάνιο και της επιτίθεται. Αυτή αντιστέκεται, τραυματίζεται, αυτός τρέπεται σε φυγή κι εκείνη μες στα αίματα πηγαίνει στο νοσοκομείο. Στη συνέχεια ο Εμάντ προσπαθεί να εντοπίσει τον δράστη από τα κλειδιά του αυτοκινήτου που άφησε πίσω του φεύγοντας.

Παραδοσιακή αγάπη και εκδίκηση

Η γυναίκα θέλει να ξεπεράσει το σοκ της επίθεσης και να επανέλθει στη ζωή της. Ο άντρας όμως ζητά εκδίκηση. Δεν της συμπαραστέκεται, δεν έχει υπομονή, δεν βοηθά τη σύντροφό του να επουλώσει τα ψυχικά της τραύματα. Ο Εμαντ δεν βλέπει τον πόνο της γυναίκας του. Δεν είναι πως δεν την αγαπά, αλλά την αγαπά με τον παραδοσιακό τρόπο:

«Αν πάθαινες τίποτα πιο σοβαρό τι θα γινόμουν;» λέει με αφοπλιστική εγωιστική ειλικρίνεια αυτός.

«Καλύτερα να πέθαινα», απαντά εκείνη.

Σκέφτεται μόνο το δικό του πόνο, μόνο την εκδίκηση. Αναζητά τον δράστη. Αυτός γίνεται ο σκοπός του: να βρει και να τιμωρήσει τον δράστη. Και μετατοπίζεται συνολικά στις σχέσεις του προς την περιοχή της τιμωρίας και της εκδίκησης. Σε ένα συμβάν μέσα στην τάξη, για πρώτη φορά απειλεί με σοβαρή τιμωρία και εξευτελισμό έναν μαθητή του.

Όταν τελικά καταφέρνει να εντοπίσει τον άνδρα που επιτέθηκε στη γυναίκα του, τον οδηγεί στο παλιό ετοιμόρροπο σπίτι του και θέλει να τον κάνει να ομολογήσει μπροστά στη δική του οικογένεια την πράξη του. Το παλιό σπίτι, που όπως η σχέση του ζευγαριού κινδυνεύει να καταρρεύσει, γίνεται ο χώρος της κορύφωσης του δράματος. Εκεί θα αναμετρηθούν μπροστά στον παγιδευμένο ετοιμόρροπο ξένο δύο εκ διαμέτρου αντίθετοι πολιτισμοί.

Ενάντια στο δίκαιο της πατριαρχίας

Σε κοινωνικό επίπεδο, η ταινία υπαινίσσεται την ένταση και τη διάχυτη βία κατά των γυναικών καθώς αυξάνεται η οικονομική ανασφάλεια των ανδρών. Εμφανίζει επίσης ένα άλλο τυπικό προϊόν της παραδοσιακής πατριαρχικής κοινωνίας, την πορνεία. Αυτό που κυρίως όμως θέλει να μας δείξει ο Φαραντί είναι οι δύο κόσμοι ή οι δύο επιλογές που έχει σήμερα ο ανθρώπινος πολιτισμός.

Η τιμωρία και η εκδίκηση είναι αξίες που πέρασαν στον πολιτισμό μας με την ανάδυση της πατριαρχίας, που επέφερε συντριπτικό πλήγμα στην παλιά δομή της κοινότητας. Ο Εμάντ εκπροσωπεί το δίκαιο της πατριαρχίας. Η Ράνα εκφράζει το δίκαιο της εποχής των μητέρων, που προηγήθηκε της πατριαρχίας. Δεν πρόκειται εδώ για τη χριστιανική συγχώρεση. Πρόκειται για εκείνη τη μορφή δικαίου που δεν επιθυμεί να συνεχιστεί το κακό αλλά να το απορροφήσει και να το ξεπεράσει η κοινότητα.

Ο πολιτισμός της πατριαρχίας είναι ο πολιτισμός που ζητά τον πόλεμο, την καταστροφή του Άλλου. Ο πολιτισμός της εποχής των μητέρων αναζητά την ειρήνη. Δεν ενδιαφέρεται να ανταποδώσει το πλήγμα. Δεν τρέφεται από το μίσος και την εκδίκηση. Δεν γυρίζει και το άλλο μάγουλο. Εργάζεται για να μειωθούν τα χτυπήματα αφού αντιλαμβάνεται κάθε βίαιη πράξη σαν πράξη αντικοινωνική δηλαδή ως πράξη που στρέφεται κατά του κοινωνικού συνόλου.

Ένας βαθύτερος ρεαλισμός

Η ταινία είναι βαθιά ρεαλιστική. Δηλαδή δεν μένει στην αναπαράσταση της πραγματικότητας, αλλά πηγαίνει στην αναζήτηση βαθύτερων τάσεων που διαπερνούν την πραγματικότητα. Για αυτό μιλάει από τη θέση μιας εκδοχής του μέλλοντος των σχέσεων, του μέλλοντος των κοινωνιών. Είναι μια πολύ βαθιά ταινία, αθόρυβα πολιτική. Και μπορεί να μιλήσει όχι μόνο για τις σκοταδιστικές ισλαμικές δημοκρατίες της Ανατολής αλλά και για τις νεοσκοταδιστικές δημοκρατίες της Δύσης.

Οι πελάτες της γυναίκας που δεν εμφανίζεται είναι άντρες μεσήλικες, οικογενειάρχες, με τα όνειρα και τις διαψεύσεις του Εμποράκου του Μίλερ. Αυτοί οι άνδρες, τυπικοί εκπρόσωποι της παράδοσης, υφαίνουν τα νήματα των σχέσεων εξουσίας. Ποιος μπορεί να ανατρέψει αυτή την εξουσία – είτε ένα νέο καθεστώς με τους ήρωές του από τις γραμμές των διανοουμένων που εκπροσωπούν τις αστικές αξίες είτε η παράταξη ενός νέου ανθρωπισμού που υπερβαίνει την παράδοση με βαθύτερους όρους χειραφέτησης από το δίκαιο της πατριαρχίας – είτε στην ισλαμιστική είτε στη χριστιανική του εκδοχή.

Αυτή η παράταξη φτιάχνεται σήμερα. Βλέπουμε τα πρώτα σημάδια μιας νέας κίνησης της ανθρωπότητας στις διαδηλώσεις των γυναικών στις ΗΠΑ εναντίον ενός εκλεγμένου εκπροσώπου του δυτικού σκοταδισμού, του νέου Προέδρου Ντόναλντ Τραμπ.

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΦΡΑΝΤΖΗΣ

Πηγή: kommon.gr - 23 Ιανουαρίου 2017

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου